Ραδιοφωνικά Links
Clock
Πρωτοσέλιδα
Facebook Fan-page
NetworkedBlogs
Πληροφορίες
Counter
Βαριές οι σκέψεις του μικρού
Χαράζουν το μυαλό σαν κιμωλία,
Καθώς βουίζουν των ημερών τα ηχεία
στους δρόμους εμβατήρια ηχούν
Παλιομοδίτικες θανάτου μελωδίες
Που ταλανίζουν φοβικούς
Σκορπίζουν φοβισμένους με λεφτά
Και τάρανδοι με κέρατα κοφτερά
Βογκάνε γυρνώντας στις πλατείες
Με γιορτές και δώρα εφήμερα
Διαλαλούν εμπόρευμα των ημερών
Προστάγματα ενός ηγεμόνα πορφυρού
Φωτάκια και πολύχρωμα στολίδια
σιγόκαψαν τα σωθικά μας
τα δώρα κατ’ από το δέντρο
είν’ στην θέση τους όπως και μείς
εμείς! περιτυλίγματα Εκείνων
-Βαριές οι σκέψεις του μικρού-
και κείνοι λαθρέμποροι φωτός
-χαράζουν το μυαλό σαν κιμωλία-
Λιάστηκαν οι γνώριμοι παραβάτες
ταξίδεψαν λιγάκι μες στον χρόνο
με όπλο μονάχα μιαν κοινή ευχή
καθώς περαστικοί καχύποπτα
κοιτούσαν, τους γέμιζαν ενοχές
μ΄ άστραφταν και γοητεύονταν
οι γνώριμοι παραβάτες,
στα θέλω τους μεθούσανε στιγμές
όταν τα πρέπει πέφτανε
σαν τ' αστέρια
και κείνο το φεγγάρι της νυχτιάς
στ' ηφαίστειο καιγόνταν λερωμένο
οι στάχτες του ξεπλέναν την αυγή,
οι παραβάτες αγκαλιά με δάκρυα
ξεγύμνωναν παλιές τους ιστορίες
το 'να στιγάρο το άλλο ακούμπαγε
κι η αγκαλιά τους πύρωνε σαν λάβα
φωτίζοντας, σκορπώντας λυσσασμένη,
τι κιαν δεν θέλησαν να εμπλακούν
οι σπίθες,-λυγμοί, και η κραυγή
αχ εκείνη η σιωπηλή κραυγή!
κρότος θεριό όλη τηνύχτα βάσταγε
σαν αντάμωνε το βλέμμα τους βαρύ
ανέπνεαν γονατιστοί σαν κάτι
να τους καίει
ανέμελοι και ξηγημένοι φαίνονταν
χαμόγελα, τα ψεύτικα χαμόγελα τους
ξέραν καλά πως σαν ξημέρωνε
χωρίζανε οι δρόμοι
κοιμούμενοι προσεύχονταν στ'΄αστέρια
να μην τρυπώσουν οι ηλιαχτίδες
να μην εξατμιστούνε
όμως η μέρα-άτιμη αυγή
ξεθύμανε τα πάθη
γίνηκε εχθρός τους και προδότης
μα αν το σκεφτείς, δεν φταίει αυτή
μα κείνοι οι σπασμοί και οι εγωισμοί
που μπλέχτηκαν ανάμεσα τους
τρέχοντας αλαφιασμένοι οι παραβάτες
σε ξέχωρες πορείες
κυνηγημένοι απ' την αυγή,
τώρα μετέωροι- αυτόχειρες- ονειροπόλοι
αναζητούν επόμενη νυχτιά να 'ρθει
να ενωθούν αν τους δοθεί...
οι γνώριμοι παραβάτες
Η πόλη σήμερ’ άδειασε
Βουβή καταραμένη
Τα φώτα μόνο μείνανε
Την γύμνια της ν’ ορίζουν
Φανάρια τρεμοπαίζουνε
Σα δέντρα στολισμένα
Και τα θεριά βουτήξανε
Ασκήμιες σ’ υπονόμους
Αδιάφορες φωνές
Στοίχειωσαν σε γωνίες
Ακόμα όμως τριγυρνώ
Εμμένω να θαυμάζω
Σα ξεχασμένος πρόσφυγας
Σε άλλες συνοικίες
Εκεί που ξέμειναν στιγμές
Σημάδια μιας πορείας
Να αναβιώνουν εποχές
Της αθωότητας μου
9/7/2009
Γ.Μ.

Μικρός σαν ήμουνα
σκεφτόμουν πως θα γινώ μηχανικός
σ' αλάνες με χάνα-Νε οι γονείς μου
το βλέμμα μου φάνταζε τόσο μικρό
μπρος στα θεριά, τις κίτρινες μπουλτόζες,
αναρωτιόμουν πως να κινούνται τώρ'αυτές;
πως άνθρωπος αυτές μπορεί κι εξουσιάζει;!
πελώριοι απόγονοι, παιδιά των δεινοσαύρων
ρημάζαν' ό,τι βρίσκανε εμπόδιο μπροστά τους
και απειλητικά μουγκρίζανε μην και τις πλησιάσω
μα μένα με γοήτευαν, πλησίαζα να τις χαιδέψω
κατέγραφα μεθοδικά κινήσεις τους στο χώμα
εκείνες σκάβανε και έτρεμεν η γη, χανόταν!
αγωνιούσα μη μπλεχτώ και γω μες στις δαγκάνες
και μ' έλουζε ο κρύος σκονισμένος μου ιδρώτας
γιατί όπου κι αν έμπαναν γινότανε χωράφι
τα δέντρα πέφτανε, σηκώνανανε της φύσης πολιτείες
ερημώναν και επιβάλωνταν “δικτάτορες της πλάσης”
τότε θλιμμένος έκλεινα τα μάτια μου κάθε φορά
καθώς συνένοχος γινόμουν σ' επικείμενη λεηλασία,
θύμωνα μ' αυτές και με τον εαυτό μου!
μα μένα με γοήτευαν, ήθελα να τις χαιδεύω
γιατί υπόδουλες σ' ανθρώπους, οι κίτρινες μπουλτόζες
δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να υπηρετήσουν
Μικρός σαν ήμουνα
σκεφτόμουν πως να σώσω τις μπουλτόζες!
Γ.Μ.

Λαχτάρησε η σκιά σαν δάκρυσε τ’ αγόρι
Φοβήθηκε και μπήκε στην ντουλάπα
Κρύφτηκε κει, σκιαγμένη από την μπόρα
Σιωπηλή απήγγειλε δυο στίχους για Εκείνη
Στο παγωμένο από μοναξιά ανάκατο κρεβάτι
Κουλουριασμένο ψάχνοντας ανήσυχα τον ύπνο
Το αγόρι ανέβλυζε τεράστιους καπνούς και σκέψεις
Σε μια λεπτή γραμμή επέπλεε στην νύχτα
Απέξω περνούσαν περαστικοί και αναβάτες
Προστατευμένοι με ομπρέλες ανοιχτές
Ο άνεμος τους λύγιζε τα πρόσωπα τους
Και καταιγίδες υποχρέωναν πουλιά
Αλλόφρονα να ψάχνουν να φωλιάσουν
Απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο εισέβαλαν
Βιαστικές σκιές ανήμπορων πουλιών
Ανακατώνοντας τα αποτσίγαρα της μοναξιάς
Και καμπυλώνοντας τον άμοιρο τον χρόνο,
Αλλόκοτα τους δείκτες σαν κινούσαν
Ο χρόνος μεταμορφωνόταν άδοξα κι άλλαζε
Φλεγόταν το δωμάτιο ως που η μπόρα να κοπάσει
Ως που τ’ αγόρι αποκοιμήθηκε στα δάκρυα του
Και η σκιά ξεπρόβαλε μέσα απ΄ την ντουλάπα
Και πήγε στοργικά, το φίλησε στο μέτωπο του
Απαγγέλλοντας δυο στίχους ακόμα για Εκείνη
Απομακρύνθηκε γεμάτο παιδικές ανησυχίες.
19/11/2009
Γ.Μίχος







